about icon-addNote android4 Answer apple4 icon-appStoreEN icon-appStoreES icon-appStorePT icon-appStoreRU Imported Layers Copy 7 icon-arrow-spined icon-ask icon-attention icon-bubble-blue icon-bubble-red ButtonError ButtonLoader ButtonOk icon-cake icon-camera icon-card-add icon-card-calendar icon-card-remove icon-card-sort chrome-extension-ru chrome-extension-es-mx chrome-extension-pt-br chrome-extension-ru comment comment icon-cop-cut icon-cop-star Cross Dislike icon-editPen icon-entrance icon-errorBig facebook flag flag_vector icon-globe icon-googlePlayEN icon-googlePlayRU icon-greyLoader icon-cake Heart 4EB021E9-B441-4209-A542-9E882D3252DE Created with sketchtool. Info Kebab icon-lamp icon-lampBig icon-learnHat icon-learning-hat Dislike Loup Loup icon-more icon-note icon-notifications icon-pen Pencil icon-play icon-plus-light icon-plus icon-rosie-cut Rune scrollUp Share-icon Shevron-Down Shevron Left Shevron Right sound sound1 sound2 sound3 sound4 sound2 icon-star Swap icon-translate Trash icon-tutor-ellipsis icon-tutor-flip Tutor folder icon icon-tutor-learned icon-twoWayArrow Mezhdunarodny_logotip_VK vk icon-word pen_icon Logo Logo Logo
without examplesFound in 1 dictionary

The Greek-Russian Dictionary
  • Contains 22,000 words used in everyday conversation and is intended for beginner students of Greek or Russian.

εκπληρώνω

выполнять, исполнять (долг и т.п.)

Add to my dictionary

εκπληρώνω
выполня́ть; исполня́ть

User translations

No translations for this text yet.
Be the first to translate it!

Word forms

εκπληρώνω

ρήμα, Ενεργετική φωνή
Ενεστώτας
εκπληρώνωεκπληρώνομε, εκπληρώνουμε
εκπληρώνειςεκπληρώνετε
εκπληρώνειεκπληρώνουν, εκπληρώνουνε
Παρατατικός
εκπλήρωναεκπληρώναμε
εκπλήρωνεςεκπληρώνατε
εκπλήρωνεεκπληρώνανε, εκπλήρωναν
Αόριστος
εκπλήρωσαεκπληρώσαμε
εκπλήρωσεςεκπληρώσατε
εκπλήρωσεεκπληρώσανε, εκπλήρωσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
θα εκπληρώνω θα εκπληρώνομε, εκπληρώνουμε
θα εκπληρώνεις θα εκπληρώνετε
θα εκπληρώνει θα εκπληρώνουν, εκπληρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
θα εκπληρώνω, εκπληρώσω θα εκπληρώνομε, εκπληρώνουμε, εκπληρώσουμε
θα εκπληρώνεις, εκπληρώσεις θα εκπληρώνετε, εκπληρώσετε
θα εκπληρώνει, εκπληρώσει θα εκπληρώνουν, εκπληρώνουνε, εκπληρώσουν, εκπληρώσουνε
Παρακείμενος
έχω εκπληρώσειέχω -
Υπερσυντέλικος μέλλοντας
θα έχω εκπληρώσει θα έχω -
Ενεστώτας
να εκπληρώνω να εκπληρώνομε, εκπληρώνουμε
να εκπληρώνεις να εκπληρώνετε
να εκπληρώνει να εκπληρώνουν, εκπληρώνουνε
Αόριστος
να εκπληρώνω, εκπληρώσω να εκπληρώνομε, εκπληρώνουμε, εκπληρώσουμε
να εκπληρώνεις, εκπληρώσεις να εκπληρώνετε, εκπληρώσετε
να εκπληρώνει, εκπληρώσει να εκπληρώνουν, εκπληρώνουνε, εκπληρώσουν, εκπληρώσουνε
Παρακείμενος
να έχω εκπληρώσει να έχω -
Ενεστώτας
εκπλήρωνεεκπληρώνετε
Αόριστος
εκπλήρωσεεκπληρώστε
εκπληρώνοντας
Παρακείμενος
έχοντας εκπληρώσειέχοντας -

εκπληρώνω

ρήμα
Ενεστώτας
εκπληρώνωεκπληρώνομε, εκπληρώνουμε
εκπληρώνειςεκπληρώνετε
εκπληρώνειεκπληρώνουν, εκπληρώνουνε
Παρατατικός
εκπλήρωναεκπληρώναμε
εκπλήρωνεςεκπληρώνατε
εκπλήρωνεεκπληρώνανε, εκπλήρωναν
Αόριστος
εκπλήρωσαεκπληρώσαμε
εκπλήρωσεςεκπληρώσατε
εκπλήρωσεεκπληρώσανε, εκπλήρωσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
θα εκπληρώνω θα εκπληρώνομε, εκπληρώνουμε
θα εκπληρώνεις θα εκπληρώνετε
θα εκπληρώνει θα εκπληρώνουν, εκπληρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
θα - θα -
θα - θα -
θα - θα -
Παρακείμενος
έχω εκπληρώσειέχω -
Υπερσυντέλικος μέλλοντας
θα έχω εκπληρώσει θα έχω -
Ενεστώτας
να εκπληρώνω να εκπληρώνομε, εκπληρώνουμε
να εκπληρώνεις να εκπληρώνετε
να εκπληρώνει να εκπληρώνουν, εκπληρώνουνε
Αόριστος
να - να -
να - να -
να - να -
Παρακείμενος
να έχω εκπληρώσεινα έχω -
Ενεστώτας
εκπλήρωνεεκπληρώνετε
Αόριστος
εκπλήρωσεεκπληρώστε
εκπληρώνοντας
Παρακείμενος
έχοντας εκπληρώσειέχοντας -
Ενεστώτας
εκπληρώνομαιεκπληρωνόμαστε
εκπληρώνεσαιεκπληρωνόσαστε, εκπληρώνεστε
εκπληρώνεταιεκπληρώνονται
Παρατατικός
εκπληρωνόμουν, εκπληρωνόμουναεκπληρωνόμασταν
εκπληρωνόσουν, εκπληρωνόσουναεκπληρωνόσασταν, εκπληρωνόσαστε
εκπληρωνόταν, εκπληρωνότανεεκπληρωνόντανε, εκπληρωνόντουσαν, εκπληρώνονταν
Αόριστος
εκπληρώθηκαεκπληρωθήκαμε
εκπληρώθηκεςεκπληρωθήκατε
εκπληρώθηκεεκπληρωθήκαν, εκπληρωθήκανε, εκπληρώθηκαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
θα εκπληρώνομαι θα εκπληρωνόμαστε
θα εκπληρώνεσαι θα εκπληρωνόσαστε, εκπληρώνεστε
θα εκπληρώνεται θα εκπληρώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
θα εκπληρωθώ θα εκπληρωθούμε
θα εκπληρωθείς θα εκπληρωθείτε
θα εκπληρωθεί θα εκπληρωθούν, εκπληρωθούνε
Παρακείμενος
έχω εκπληρωθείέχω εκπληρωμένος, εκπληρωμένη, εκπληρωμένο, εκπληρωμένου, εκπληρωμένης, εκπληρωμένε, εκπληρωμένοι, εκπληρωμένες, εκπληρωμένα, εκπληρωμένων, εκπληρωμένους
Υπερσυντέλικος μέλλοντας
θα έχω εκπληρωθεί θα έχω εκπληρωμένος, εκπληρωμένη, εκπληρωμένο, εκπληρωμένου, εκπληρωμένης, εκπληρωμένε, εκπληρωμένοι, εκπληρωμένες, εκπληρωμένα, εκπληρωμένων, εκπληρωμένους
Ενεστώτας
να εκπληρώνομαι να εκπληρωνόμαστε
να εκπληρώνεσαι να εκπληρωνόσαστε, εκπληρώνεστε
να εκπληρώνεται να εκπληρώνονται
Αόριστος
να εκπληρωθώ να εκπληρωθούμε
να εκπληρωθείς να εκπληρωθείτε
να εκπληρωθεί να εκπληρωθούν, εκπληρωθούνε
Παρακείμενος
να έχω εκπληρωθείνα έχω εκπληρωμένος, εκπληρωμένη, εκπληρωμένο, εκπληρωμένου, εκπληρωμένης, εκπληρωμένε, εκπληρωμένοι, εκπληρωμένες, εκπληρωμένα, εκπληρωμένων, εκπληρωμένους
Ενεστώτας
-εκπληρώνεστε
Αόριστος
εκπληρώσουεκπληρωθείτε
-
εκπληρωμένος, εκπληρωμένη, εκπληρωμένο, εκπληρωμένου, εκπληρωμένης, εκπληρωμένε, εκπληρωμένοι, εκπληρωμένες, εκπληρωμένα, εκπληρωμένων, εκπληρωμένους