about icon-addNote android4 Answer apple4 icon-appStoreEN icon-appStoreES icon-appStorePT icon-appStoreRU Imported Layers Copy 7 icon-arrow-spined icon-ask icon-attention icon-bubble-blue icon-bubble-red ButtonError ButtonLoader ButtonOk icon-cake icon-camera icon-card-add icon-card-calendar icon-card-remove icon-card-sort chrome-extension-ru chrome-extension-es-mx chrome-extension-pt-br chrome-extension-ru comment comment icon-cop-cut icon-cop-star Cross Dislike icon-editPen icon-entrance icon-errorBig facebook flag flag_vector icon-globe icon-googlePlayEN icon-googlePlayRU icon-greyLoader icon-cake Heart 4EB021E9-B441-4209-A542-9E882D3252DE Created with sketchtool. Info Kebab icon-lamp icon-lampBig icon-learnHat icon-learning-hat Dislike Loup Loup icon-more icon-note icon-notifications icon-pen Pencil icon-play icon-plus-light icon-plus icon-rosie-cut Rune scrollUp Share-icon Shevron-Down Shevron Left Shevron Right sound sound1 sound2 sound3 sound4 sound2 icon-star Swap icon-translate Trash icon-tutor-ellipsis icon-tutor-flip Tutor folder icon icon-tutor-learned icon-twoWayArrow Mezhdunarodny_logotip_VK vk icon-word pen_icon Logo Logo Logo
без примеровНайдено в 1 словаре

Греческо-русский словарь
  • Содержит около 22 000 слов, широко употребляемых в повседневной жизни, а также широко распространенные словосочетания и необходимые грамматические сведения.

υπερασπίζομαι

см. также υπερασπίζω

защищаться

Добавить в мой словарь

υπερασπίζομαι
защища́ться

Переводы пользователей

Пока нет переводов этого текста.
Будьте первым, кто переведёт его!

Формы слова

υπερασπίζω

ρήμα
Ενεστώτας
υπερασπίζωυπερασπίζομε, υπερασπίζουμε
υπερασπίζειςυπερασπίζετε
υπερασπίζειυπερασπίζουν, υπερασπίζουνε
Παρατατικός
υπεράσπιζαυπερασπίζαμε
υπεράσπιζεςυπερασπίζατε
υπεράσπιζευπερασπίζανε, υπεράσπιζαν
Αόριστος
υπεράσπισαυπερασπίσαμε
υπεράσπισεςυπερασπίσατε
υπεράσπισευπερασπίσανε, υπεράσπισαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
θα υπερασπίζω θα υπερασπίζομε, υπερασπίζουμε
θα υπερασπίζεις θα υπερασπίζετε
θα υπερασπίζει θα υπερασπίζουν, υπερασπίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
θα - θα -
θα - θα -
θα - θα -
Παρακείμενος
έχω υπερασπίσειέχω υπερασπιζόμενος, υπερασπιζόμενη, υπερασπιζόμενο, υπερασπιζόμενου, υπερασπιζόμενης, υπερασπιζόμενε, υπερασπιζόμενοι, υπερασπιζόμενες, υπερασπιζόμενα, υπερασπιζόμενων, υπερασπιζόμενους
Υπερσυντέλικος μέλλοντας
θα έχω υπερασπίσει θα έχω υπερασπιζόμενος, υπερασπιζόμενη, υπερασπιζόμενο, υπερασπιζόμενου, υπερασπιζόμενης, υπερασπιζόμενε, υπερασπιζόμενοι, υπερασπιζόμενες, υπερασπιζόμενα, υπερασπιζόμενων, υπερασπιζόμενους
Ενεστώτας
να υπερασπίζω να υπερασπίζομε, υπερασπίζουμε
να υπερασπίζεις να υπερασπίζετε
να υπερασπίζει να υπερασπίζουν, υπερασπίζουνε
Αόριστος
να - να -
να - να -
να - να -
Παρακείμενος
να έχω υπερασπίσεινα έχω υπερασπιζόμενος, υπερασπιζόμενη, υπερασπιζόμενο, υπερασπιζόμενου, υπερασπιζόμενης, υπερασπιζόμενε, υπερασπιζόμενοι, υπερασπιζόμενες, υπερασπιζόμενα, υπερασπιζόμενων, υπερασπιζόμενους
Ενεστώτας
υπεράσπιζε-
Αόριστος
υπεράσπισευπερασπίστε
υπερασπίζοντας
Παρακείμενος
έχοντας υπερασπίσειέχοντας υπερασπιζόμενος, υπερασπιζόμενη, υπερασπιζόμενο, υπερασπιζόμενου, υπερασπιζόμενης, υπερασπιζόμενε, υπερασπιζόμενοι, υπερασπιζόμενες, υπερασπιζόμενα, υπερασπιζόμενων, υπερασπιζόμενους
Ενεστώτας
υπερασπίζομαιυπερασπιζόμαστε
υπερασπίζεσαιυπερασπιζόσαστε, υπερασπίζεστε
υπερασπίζεταιυπερασπίζονται
Παρατατικός
υπερασπιζόμουν, υπερασπιζόμουναυπερασπιζόμασταν, υπερασπιζόμαστε
υπερασπιζόσουν, υπερασπιζόσουναυπερασπιζόσασταν, υπερασπιζόσαστε
υπερασπιζόταν, υπερασπιζότανευπερασπιζόντανε, υπερασπιζόντουσαν, υπερασπίζονταν
Αόριστος
υπερασπίστηκα, *υπερασπίσθηκαυπερασπιστήκαμε, *υπερασπισθήκαμε
υπερασπίστηκες, *υπερασπίσθηκεςυπερασπιστήκατε, *υπερασπισθήκατε
υπερασπίστηκε, *υπερασπίσθηκευπερασπιστήκανε, υπερασπίστηκαν, *υπερασπισθήκαν, *υπερασπισθήκανε, *υπερασπίσθηκαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
θα υπερασπίζομαι θα υπερασπιζόμαστε
θα υπερασπίζεσαι θα υπερασπιζόσαστε, υπερασπίζεστε
θα υπερασπίζεται θα υπερασπίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
θα υπερασπιστώ θα υπερασπιστούμε
θα υπερασπιστείς θα υπερασπιστείτε
θα υπερασπιστεί θα υπερασπιστούν, υπερασπιστούνε
Παρακείμενος
έχω υπερασπιστείέχω υπερασπισμένος, υπερασπισμένη, υπερασπισμένο, υπερασπισμένου, υπερασπισμένης, υπερασπισμένε, υπερασπισμένοι, υπερασπισμένες, υπερασπισμένα, υπερασπισμένων, υπερασπισμένους
Υπερσυντέλικος μέλλοντας
θα έχω υπερασπιστεί θα έχω υπερασπισμένος, υπερασπισμένη, υπερασπισμένο, υπερασπισμένου, υπερασπισμένης, υπερασπισμένε, υπερασπισμένοι, υπερασπισμένες, υπερασπισμένα, υπερασπισμένων, υπερασπισμένους
Ενεστώτας
να υπερασπίζομαι να υπερασπιζόμαστε
να υπερασπίζεσαι να υπερασπιζόσαστε, υπερασπίζεστε
να υπερασπίζεται να υπερασπίζονται
Αόριστος
να υπερασπιστώ να υπερασπιστούμε
να υπερασπιστείς να υπερασπιστείτε
να υπερασπιστεί να υπερασπιστούν, υπερασπιστούνε
Παρακείμενος
να έχω υπερασπιστείνα έχω υπερασπισμένος, υπερασπισμένη, υπερασπισμένο, υπερασπισμένου, υπερασπισμένης, υπερασπισμένε, υπερασπισμένοι, υπερασπισμένες, υπερασπισμένα, υπερασπισμένων, υπερασπισμένους
Ενεστώτας
-υπερασπίζεστε
Αόριστος
υπερασπίσουυπερασπιστείτε
υπερασπιζόμενος, υπερασπιζόμενη, υπερασπιζόμενο, υπερασπιζόμενου, υπερασπιζόμενης, υπερασπιζόμενε, υπερασπιζόμενοι, υπερασπιζόμενες, υπερασπιζόμενα, υπερασπιζόμενων, υπερασπιζόμενους
υπερασπισμένος, υπερασπισμένη, υπερασπισμένο, υπερασπισμένου, υπερασπισμένης, υπερασπισμένε, υπερασπισμένοι, υπερασπισμένες, υπερασπισμένα, υπερασπισμένων, υπερασπισμένους